22 Δεκεμβρίου 2014

         Νικόλας Σεβαστάκης
 



"Να ξεφύγουμε από την αθλιότητα των εξουσιαστικών μικρομηχανισμών
                                         και από την τυραννία της αμάθειας."

Ο ακαδημαικός καθηγητής και συγγραφέας κ.Νικόλας Σεβαστάκης μιλά στις Διαδρομές για το νέο του βιβλίο,"Γυναίκα με ποδήλατο",εκδ.Πόλις,για την πεζογραφία που σηματοδοτεί μια νέα σχέση του με τη γραφή  και για την ποίηση.
Επίσης,κάνει λόγο για τις πολιτικές προεκτάσεις ή και  βάσεις που διαπνέουν τα κείμενά του,αλλά και για τα συναισθήματα που κυριαρχούν σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο και στους φοιτητές,ενώ αναφέρεται στους δικούς του "δασκάλους" και στην ανάγκη εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του συγγραφέα στα μυθιστορήματά του


 Τι είναι αυτό που οδηγεί έναν ακαδημαϊκό να καταπιαστεί με τη λογοτεχνία και την ποίηση;  Ποια ανάγκη σάς ώθησε να γράψετε τη «Γυναίκα με ποδήλατο»; 

Για πολλά χρόνια έγραψα διαφορετικά πράγματα: ποίηση, φιλοσοφικό δοκίμιο και άρθρα παρέμβασης, αυτό που λέμε επιφυλλίδα. Η πεζογραφία έρχεται πολύ αργότερα. Έχω την αίσθηση ότι σηματοδοτεί μια νέα σχέση μου με τη γραφή και όχι ένα πάρεργο ή μια «λοξοδρόμηση» από τα άλλα, τα ακαδημαϊκά γραψίματα και καθήκοντα. Αυτό που με ωθεί πλέον συστηματικά στη μυθοπλαστική γραφή είναι ένα αίτημα κατανόησης το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από άλλα είδη λόγου: γνώση-κατανόηση και συγχρόνως παραμυθία, βαθύτερη συμφιλίωση με τις αποχρώσεις και τις λεπτομέρειες προσώπων και καταστάσεων. Το αγαπημένο μου θέμα είναι πάντα ένα πρόσωπο μοιρασμένο άνισα ανάμεσα σε δημόσιες ή κοινωνικές απαιτήσεις και σε ανολοκλήρωτα ατομικά όνειρα. Τέτοια πρόσωπα συναντώ γύρω μου και νομίζω ότι αφηγούνται με τον τρόπο τους ιστορίες αυτού του τόπου και όχι μόνο τα ιδιωτικά τους βάρη. Το ιδιωτικό και το συλλογικό γνέφουν το ένα προς το άλλο διατηρώντας την απόστασή τους, τη μυστηριώδη απόκλισή τους.
 
 
Το βιβλίο έχει έντονη την πύκνωση της ποίησης. Το μικρό διήγημα, η μικρή φόρμα,ταιριάζει καλύτερα στον ποιητή Σεβαστάκη; 

Υπάρχει όντως μια ποιητική προδιάθεση και μια αντίστοιχη εμπειρία της γλώσσας από την οποία δεν απαλλάσσεται κανείς γράφοντας πεζό. Μην ξεχνάμε όμως ότι πολλές φορές είναι το ίδιο το θέμα που «ανεβάζει» ποιητικές στροφές. Όταν , για παράδειγμα, ένα διήγημα ανασυνθέτει σκέψεις και συναισθήματα της παιδικής ηλικίας, εύλογα διασχίζεται από στοιχεία μιας ποιητικής  φαντασίας. Αλλά υπάρχει και μια τομή ανάμεσα στο διήγημα ή στη νουβέλα και στο ποίημα: μια τομή δημιουργική που για μένα αποτελεί πρόκληση. Δεν είναι δηλαδή στην πρόθεσή μου το ποιητικό πεζό, πόσο μάλλον κάποια εκδοχή πεζοποιήματος.
 

Έντονη είναι και η πολιτική απόχρωση.
Ελέχθη ότι η Δώρα, η ηρωίδα του διηγήματος «Γυναίκα με ποδήλατο», διαβάζεται και ως μια αλληγορία για την Αριστερά. Ισχύει; Το είχατε σκεφτεί έτσι;

Για τον πολιτικό χαρακτήρα ορισμένων διηγημάτων μίλησε ένα μέρος της κριτικής. Προφανώς, η δική μου πρόθεση, η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι η μοναδική έγκυρη άποψη για τις σχέσεις αυτές, τις συχνά υπόγειες, ανάμεσα στο κείμενο και την ιστορική στιγμή, στο μυθοπλαστικό υλικό και στα πολιτικά ερωτήματα. Για μένα όμως, η γυναίκα με ποδήλατο, η Δώρα του ομώνυμου διηγήματος, δεν αποτελεί μια αλληγορία της Αριστεράς  όσο μία γυναίκα όπως την πλάθει, την «σχεδιάζει» και την συντρίβει ενίοτε, η φαντασία των γύρω της. Η Δώρα είναι το θύμα ενός εξιδανικευτικού ρομαντισμού που την θέλει εξωτική και ανέγγιχτη αλλά και όμηρος του κοινωνικού φθόνου που της απαγορεύει να ξεφύγει από τη μοίρα της, να αρθεί πάνω από την τοπική κοινότητα.
Από την άλλη, ωστόσο, επειδή είμαι ένα ον πολιτικό και έχω εκτεθεί με δημόσια γραφή σε πολιτικά ζητήματα, κάποιος σκέφτεται ότι οι συγγραφικές μου προθέσεις μου θα είναι και εδώ «πολιτικές». Δεν είναι όμως έτσι, και ας απογοητευτούν όσοι ταυτίζουν πλέον την ενδιαφέρουσα λογοτεχνία με  την ιστορική ή πολιτικότροπη γραφή. Υπάρχει αναμφίβολα πολιτική και ιδεολογική διάσταση σε ορισμένες από τις πιο αυτοβιογραφικές ιστορίες της Γυναίκας με ποδήλατο. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν είχα την πρόθεση να ασκήσω κοινωνική κριτική ή να προβάλλω μια πολιτική στάση «μέσω της λογοτεχνίας». Η λογοτεχνία, έτσι όπως την κατανοώ εγώ, δεν είναι όχημα ούτε διάμεσος προς την πολιτική πράξη και την κοινωνική συνείδηση αλλά αυτοσύστατη διερώτηση για τη σχέση μας με τον κόσμο και τις ιδιαίτερες αλήθειες των άλλων. 
 
 
Στο πρώτο κιόλας διήγημα, δίνετε μια πυκνή-κοινωνική όψη της κρίσης. Μιλάτε για «επιθυμία να ζήσει κανείς προσποιούμενος ότι μετέχει στην ιστορία εκπληρώνοντας συνετά τα καθήκοντά του». Στη σημερινή συγκυρία υπάρχει αυτή η δυνατότητα, έστω της προσποίησης, ότι μετέχουμε στην ιστορία; 

 Το πρώτο διήγημα δεν αναφέρεται στο σήμερα και στην κρίση. Μιλάει για την τεχνική που είχε αναπτύξει ένα παιδί να δηλώνει προς τα έξω επιμελές (μετέχοντας στην Ιστορία και στα «μαθήματά» της) ενώ η βαθύτερη φύση του υπήρξε η ρέμβη και η αγάπη για τις λέξεις και τις αφηγήσεις. Αυτός ο διχασμός άλλοτε βιώνεται άσχημα ως αποτυχία προσαρμογής και άλλοτε διευρύνει το βλέμμα και το αυτί για να τα κάνει πιο ευρύχωρα και διεισδυτικά σε πολλαπλές πραγματικότητες. Η λογοτεχνική πρακτική άλλωστε είναι πιο κοντά στον πολυθεϊσμό των αξιών, στην παραδοχή του ανεξάλειπτου πλουραλισμού των ανθρώπινων κόσμων. Η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να μπαίνει κανείς στο δέρμα, στις σκέψεις και στα πάθη του άλλου, ακόμα και του πιο απεχθούς ατόμου, είναι νομίζω η σημαντικότερη αρετή της λογοτεχνίας.  Στη λογική της λογοτεχνίας δεν χωράει η απλοϊκή διαίρεση του  κόσμου σε ‘εμάς’ και ‘αυτούς’. Αντίθετα, όποιος εγκλωβίζεται στην ιδέα του κόσμου ως πολεμικής αρένας  μεταξύ ευδιάκριτων σχηματισμών, χάνει κάθε δυνατότητα να συναισθανθεί τον άλλον, να συνομιλήσει με τον αντίπαλο.
 
 
  Ένας άνθρωπος της γραφής, όπως εσείς, επηρεάζεται από άλλους παλιότερους –έχει τους δικούς του, προσωπικούς δασκάλους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τους δικούς σας; Έλληνες και ξένους…

Τα μαθήματα των δασκάλων είναι ποικίλα και αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Από την πεζογραφική παράδοση αναφέρω τον Φλωμπέρ της αριστουργηματικής Αισθηματικής Αγωγής, τις ιστορίες του Μωπασάν και του Τσέχωφ, τον Γιόζεφ Ροτ και τον Σωλ Μπέλοου. Από μια τελείως άλλη σκοπιά, αναφέρω ως σταθερή επίδραση τον Πωλ Βαλερύ των στοχαστικών αφορισμών. Στα ποιητικά πράγματα, οι δάσκαλοι ήταν κυρίως Έλληνες ποιητές: οι χαμηλόφωνοι της γενιάς του είκοσι, ο Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος των συλλογών με τα βραχύσωμα ποιήματα κυρίως, ο Σαχτούρης και ο ύστερος, ρομαντικός Λειβαδίτης. Υπάρχουν όμως πολλές άλλες πηγές και σημεία αναφοράς που χρωμάτισαν επιμέρους περιόδους της ζωής μου. Για παράδειγμα, στη φιλοσοφία ο Χάιντεγκερ και ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ. Τα τελευταία όμως χρόνια επανεκτιμώ τη σκέψη του Καμύ. Ο Καμύ είναι για μένα ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους συγγραφείς του εικοστού αιώνα που ανέλαβε έγκαιρα τις ευθύνες του: και αντιφασίστας και αντιολοκληρωτικός, αντίθετος στη ψυχροπολεμική υστερία μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αλλά πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί τα θύματα του σταλινικού ολοκληρωτισμού. Για μένα αυτό ήταν γενναιότητα. Και παράδειγμα.
 
Ο αφηγητής της «Γυναίκας με ποδήλατο» και πολιτικά παρεμβατικός Σεβαστάκης της «Τυραννίας του αυτονόητου» και της «Κοινότοπης χώρας», τι θα έλεγε για το σημερινό Πανεπιστήμιο με την ιδιότητα του καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης; Ποια συναισθήματα κυριαρχούν σήμερα σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες; Τι θα πούμε στα παιδιά που, ενώ έμαθαν και έκαναν το μάθημά τους, κινδυνεύουν αύριο να ανταμειφθούν με ένα αβέβαιο μέλλον; 

Το πανεπιστήμιο δεν είναι ένα ενιαίο και συμπαγές «πράγμα», ένας θεσμός που πρέπει είτε να τον εγκωμιάζουμε αποσιωπώντας τις παθογένειές του είτε να τον κατεδαφίζουμε με ευκολία. Για να μπορέσει να λειτουργήσει ως δημόσιο πανεπιστήμιο χρειάζεται πόρους αλλά και δημιουργικό πνεύμα, μακριά από ιδεολογικούς μονολόγους. Έχω ασκήσει και συνεχίζω να ασκώ έντονη κριτική σε μια ορισμένη ρητορική για το πανεπιστήμιο των αρίστων ή το πανεπιστήμιο-επιχείρηση. Νομίζω ότι όσοι υιοθετούν αυτή την οπτική παραβλέπουν τις πραγματικές κλίμακες και μυθοποιούν μια τεχνοκρατική ατζέντα. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα ουσίας με τις αντιπολιτεύσεις που ασκούνται σε αυτή την τεχνοκρατική αντίληψη: ένας «αριστερισμός» παρωχημένος, αδιάφορος για τα πνευματικά και παιδαγωγικά ερωτήματα, προσανατολισμένος σε μια στρατηγική της εφόδου σε συγκλήτους. Από τη μια βλέπω την οικονομική ασφυξία σε συνθήκες μερικής «απελευθέρωσης» των μετεγγραφών και φθοράς των υποδομών μας. Από την άλλη, αδυνατώ να βρω κάτι γόνιμο σε μία αντίδραση απολύτως προβλέψιμη, δογματικά φιλοπόλεμη, χωρίς καμιά βαθύτερη πολιτισμική αγωνία για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονηςεκπαιδευτικής και μορφωτικής σφαίρας ελευθερίας. Καθετί καλό κυκλοφορεί και παράγεται τα τελευταία χρόνια απειθαρχώντας πρακτικά στη λογική των στρατοπέδων: εκεί, για παράδειγμα, όπου φοιτητές, καθηγητές αλλά και εργαζόμενοι των ιδρυμάτων συναισθάνονται τις δυσκολίες και μαθαίνουν την τέχνη της διαφωνίας με όρους σεβασμού. Γιατί διαφωνίες υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν αφού δεν είναι δυνατή η γενική συναίνεση σε μια και μόνη ιδέα και πρακτική του πανεπιστημίου και της ανάπτυξής του. Το θέμα είναι να ξεφύγουμε από την αθλιότητα των εξουσιαστικών μικρομηχανισμών και από την τυραννία της αμάθειας. Δύσκολη υπόθεση σε μια εποχή όπου η αβεβαιότητα για το μέλλον είναι ευφημισμός για την αίσθηση πολλών ότι το μέλλον θα είναι «σίγουρα χειρότερο».
 

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, ανέτρεξα και ξαναδιάβασα με διαφορετική σειρά κάποια από τα 32 μικρά διηγήματα, διαπιστώνοντας τα διαφορετικά, εναλλασσόμενα συναισθήματα που προβάλλετε στο καθένα. Τελικά, η ανάγκη της γραφής  πηγάζει από την ανάγκη εξωτερίκευσης αυτών των συναισθημάτων; 

Τα συναισθήματα στο πεζογραφικό κείμενο χρειάζονται προσοχή. Και ακόμα περισσότερο η διαχείριση της συγκίνησης. Παραδέχομαι ότι δεν μπορώ να γίνω ψυχρός συγγραφέας, συγγραφέας της ξηρής φράσης και της υπερβολικά αναλυτικής αφήγησης. Η συμπύκνωση είναι ο αφηγηματικός μου τρόπος. Και εδώ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος εκτροπής προς έναν λόγο δραματικής φόρτισης και συναισθηματικής υπερθέρμανσης. Γιατί όμως είναι κίνδυνος αυτό; Δοκιμάζω μιαν απάντηση για να εξηγηθώ: ίσως ο συγγραφέας που ανεβάζει αστόχαστα την ένταση των φράσεών του αστοχεί τελικά στην ουσιαστική επικοινωνία με τον αναγνώστη. Διότι τείνει να πιστεύει ότι «γοητεύει εύκολα» τον αναγνώστη του και έτσι έχει την τάση να αδιαφορεί για τη βελτίωση της τέχνης του, για την κοπιώδη υπέρβαση των βέβαιων τεχνικών του αδυναμιών. Πιστεύω πολύ σε μια λογοτεχνία διακριτική αλλά συγχρόνως ικανή να δώσει μια αίσθηση των  περασμάτων ανάμεσα στα πρόσωπα και στη χώρα, στα πάθη των ατόμων και στα συλλογικά διλήμματα. Το επίκεντρο είναι το άλγος των ατόμων, οι ατομικές ιστορίες και τα παράδοξα της διαπροσωπικής σχέσης. Αλλά αυτές οι ατομικές ιστορίες αφορούν αυτή την κοινωνία και τους μεγάλους μετασχηματισμούς της. Στα πεζά που δουλεύω τώρα, προσπαθώ να πάω μακρύτερα σε αυτόν το δρόμο, διορθώνοντας ελπίζω κάποιες αδυναμίες των προηγούμενων διηγημάτων.

 

Γυναίκα με ποδήλατο,Νικόλας Σεβαστάκης,εκδ.Πόλις

 
Το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη,Γυναίκα με Ποδήλατο,αποτελείται από 32 διηγήματα,πεζά και βινιέτες.
"Ένας παλιός συνωμότης που εμφανίζεται σαν φάντασμα έξω από ένα αρωματοπωλείο. Μια όμορφη γυναίκα που την απειλεί η φαντασία των ανθρώπων της επαρχιακής πόλης. Ο κόσμος των παιδιών που ασφυκτιούν ανάμεσα στους μεγάλους. Ένας σύντομος έρωτας στη Γαλλία και ο αποχαιρετισμός ενός φίλου μέσα από τη μουσική.


Ο Νικόλας Σεβαστάκης προσεγγίζει με διεισδυτική ματιά και αποδραματοποιημένη αφήγηση τις λεπτές αποχρώσεις που περιπλέκουν έναν έρωτα, έναν θαμμένο φόβο, μια τυχαία συνάντηση. Στις ιστορίες του, μια συνηθισμένη μέρα παίρνει παράξενη κλίση και οι μνήμες εισβάλλουν απρόσκλητες στο παρόν. Οι άνθρωποι μοιάζουν φτιαγμένοι από το υλικό της αμφιβολίας, αλλά επιμένουν να διεκδικούν πίστη στα λόγια και στο βλέμμα του άλλου.


Στα διηγήματα αυτά οι τελευταίες δεκαετίες περνούν αποσπασματικά, ωστόσο μας τοποθετούν στον καιρό και τον τόπο, με εικόνες και χειρονομίες που μαρτυρούν τη συνύπαρξη της ομορφιάς και της απώλειας. Και τα πρόσωπα, τα οποία συναντούμε εδώ, άλλοτε λοξοδρομούν προς την ονειροπόληση κι άλλοτε υποφέρουν από τους ρόλους που έτυχε να παίζουν στη ζωή τους."

Ενώ δείχνουν αυτοτελή,στην ουσία αποτελούν ένα παζλ με αυτοβιογραφικά,αλλά και στοιχεία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Στις 228 σελίδες του βιβλίου,ανακάλυψα την εξαιρετικά καλοδουλεμένη γραφή του Νικόλα Σεβαστάκη και την ικανότητά του να σε μεταφέρει στο κλίμα και στο τοπίο κάθε ιστορίας του.



Βιογραφικό
Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου το 1964. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και πολιτική θεωρία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Lyon II της Γαλλίας. Η διδακτορική του διατριβή αναφέρεται στη χαϊντεγγεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική και περιστασιακά με τη μετάφραση. Από το 1999 διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, αρχικά στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, και από το 2006 ως αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Μέσα από μια σειρά βιβλίων και άρθρων του, έχει ασχοληθεί με ζητήματα κριτικής της ιδεολογίας και της νεωτερικότητας. Ζει στη Θεσσαλονίκη.